Οι 5 σημασίες του όρου "μουσειολογία"

2021-11-25

Όχι μια, όχι δύο, όχι τρεις αλλά πέντε σημασίες διακρίνονται για τον όρο "μουσειολογία". Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται οι εν λόγω σημασίες σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε καλύτερα το τί είναι η μουσειολογία, αφού αποτελεί έναν όχι και τόσο γνωστό όρο. 

Η μουσειολογία από ετυμολογική άποψη είναι η "μελέτη του μουσείου" (ή οι μουσειακές σπουδές) και όχι η πρακτική του, η οποία ονομάζεται μουσειογραφία. Ο όρος "μουσειολογία" και ο παράγωγός του "μουσειολογικός, -ή, -ό" έχει τις εξής πέντε διακριτές σημασίες:

α) Η πρώτη και ευρύτερα αποδεκτή σημασία αποδίδει τον εν λόγω όρο σε οτιδήποτε σχετίζεται με τα μουσεία και οτιδήποτε εμπεριέχεται στον όρο "μουσειακό" (museal). 

β) Η δεύτερη σημασία του όρου είναι γενικά αποδεκτή σε πολλά πανεπιστημιακά ιδρύματα του δυτικού κόσμου και προσεγγίζει την ετυμολογική σημασία της λέξης: μουσειακές σπουδές. Ο ορισμός που χρησιμοποιείται συνηθέστερα είναι αυτός που έδωσε ο Georges Henri Rivière (1981): "Μουσειολογία: μια εφαρμοσμένη επιστήμη, η επιστήμη του μουσείου. Η μουσειολογία μελετά την ιστορία των μουσείων, τον ρόλο τους στην κοινωνία, τις συγκεκριμένες μορφές έρευνας και συντήρησης, τις δραστηριότητές τους και τη διασπορά της γνώσης, την οργάνωση και λειτουργία τους, τη νέα ή "μουσειοποιημένη" αρχιτεκτονική, τα ευρήματα που παραλαμβάνουν ή επιλέγουν, την τυπολογία και δεοντολογία των μουσείων". 

γ) Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1960 από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, η μουσειολογία άρχισε να θεωρείται διακριτό πεδίο επιστημονικής έρευνας. Η συγκεκριμένη άποψη παρουσιάζει τη μουσειολογία ως τη μελέτη μιας συγκεκριμένης σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στην πραγματικότητα, μια επιστήμη όπου τα μουσεία αποτελούν μόνο μια από τις πιθανές εκφάνσεις της. Ως εκ τούτου, αντικείμενο της μουσειολογίας δεν είναι το μουσείο, αφού αυτό αποτελεί μια σχετικά πρόσφατη εφεύρεση στην ιστορική πορεία της ανθρωπότητας. Ξεκινώντας από τον παραπάνω ορισμό, ορίστηκε σταδιακά η έννοια της "συγκεκριμένης σχέσης του ανθρώπου προς την πραγματικότητα", που ενίοτε αναφέρεται ως μουσειακότητα (museality). 

δ) Το ρεύμα σκέψης που ονομάστηκε "Νέα Μουσειολογία" επηρέασε σημαντικά τη μουσειολογία κατά τη δεκαετία του 1980. Πιο συγκεκριμένα, τόνιζε τον κοινωνικό ρόλο των μουσείων και τον διεπιστημονικό χαρακτήρα τους, καθώς και τους νέους τρόπους έκφρασης και επικοινωνίας τους. Η Νέα Μουσειολογία πραγματευόταν κυρίως τα νέα είδη μουσείων, που έρχονταν σε αντίθεση με το κλασικό μοντέλο, κατά το οποίο οι συλλογές - τα αντικείμενα βρίσκονταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. 

ε) Κατά την πέμπτη σημασία του όρου, η μουσειολογία καλύπτει ένα πολύ ευρύτερο πεδίο που περιλαμβάνει όλες τις απόπειρες διατύπωσης θεωριών και κριτικής προσέγγισης του μουσειακού κλάδου. Με άλλα λόγια, ο κοινός παρονομαστής αυτού του κλάδου μπορεί να οριστεί ως μια συγκεκριμένη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και την πραγματικότητα, η οποία εκφράζεται μέσω της τεκμηρίωσης του πραγματικού και μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσω της άμεσης αισθητηριακής επαφής. Οι κατευθυντήριες γραμμές του μουσειακού κλάδου τείνουν προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: είτε με σημείο αναφοράς τις κύριες εγγενείς λειτουργίες του κλάδου (τεκμηρίωση, συλλογή, παρουσίαση, διατήρηση, έρευνα και επικοινωνία), είτε με κριτήριο τους διαφορετικούς τομείς γνώσης που εξετάζουν κατά καιρούς τη μουσειολογία. 

Στη διεθνή βιβλιογραφία μπορούμε να βρούμε τον όρο και ως muséologie (γαλλικά), museology (αγγλικά), museología (ισπανικά), Museologie/Museumswissenschaft/Museumskunde (γερμανικά), museologia (ιταλικά, πορτογαλικά). 

Βιβλιογραφία: 

Mairesse, F., Desvallées, A. (επιμ.), Βασικές Έννοιες της Μουσειολογίας, ICOM (διαθέσιμο online)

Οικονόμου, Μ., 2003. Μουσείο: Αποθήκη ή Ζωντανός Οργανισμός;, Κριτική, Αθήνα


Σοφία Καρούνη

Αρχαιολόγος-Μουσειολόγος

Υπ. Διδάκτωρ Μουσειολογίας