ΤΑ «ΑΟΡΑΤΑ ΧΕΡΙΑ» ΤΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ

2022-11-24

Γράφει η Ξανθούλα Νταναβάρα

Η Ine Alexaki, μια καθηγήτρια αγγλικών, συχνά στο instagram της ανεβάζει φωτογραφίες διαφόρων ατόμων και τα ονομάζει «αόρατα χέρια». Αυτά τα «αόρατα χέρια» είναι άνθρωποι οι οποίοι δουλεύουν για εμάς, προσπαθούν για εμάς χωρίς εμείς να τους γνωρίζουμε πολλές φορές. Ένα μουσείο, δεν αποτελείται μονάχα από τα εκθέματα αλλά και από «αόρατα χέρια» που εργάζονται για το καλύτερο δυνατό. Κάποια από αυτά είναι και οι αρχιτέκτονες, οι οποίοι ευθύνονται για την επανάσταση που επέφεραν στον κλάδο της Μουσειολογίας. Άφησαν το δικό τους στίγμα, δημιουργώντας ιδιαίτερα κελύφη και ξεπέρασαν το κατεστημένο για την εποχή μας.

Μουσείο Solomon R. Guggenheim

Σκεφτείτε ότι περπατάτε στη 5η λεωφόρο του Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Γύρω σας υπάρχουν μεγάλα κτήρια και πανύψηλες πολυκατοικίες που θυμίζουν αστικό τοπίο. Άξαφνοι, γυρνώντας το κεφάλι σας, αντικρίζετε έναν γιγάντιο, σπειροειδή, λευκό όγκο. Τον πιο γνωστό σε όλα τα μάτια του κόσμου. Μένετε ενεοί (και λογικό) αλλά υπεύθυνος γι' αυτό είναι ο αρχιτέκτονας Frank Lloyd Wright. Εν μέρει βέβαια ούτε εκείνος φταίει γιατί του ζήτησαν να δημιουργήσει ένα κτήριο που να μην μοιάζει καθόλου με τα υπόλοιπα. Έτσι και έγινε, δημιούργησε τη φιλοσοφία της «οργανικής αρχιτεκτονικής», η οποία υποστηρίζει ότι το κτήριο πρέπει να αναπτυχθεί έξω από το φυσικό του περιβάλλον. Από την αρχή επέδειξε τολμηρή πρωτοτυπία στα σχέδιά του και επαναστάτησε ενάντια στα περίτεχνα νεοκλασικά και βικτοριανά στυλ που προτιμούσαν πολλοί αρχιτέκτονες της εποχής. «Υποχρέωση ήταν όχι μόνο να παράσχει ένα σπίτι για την τέχνη, αλλά και να προσδώσει ταυτότητα στη συλλογή... Το εσωτερικό του μουσείου προσκαλεί τον επισκέπτη να ακολουθήσει μια σπειροειδή ράμπα, η οποία ορίζει ένα προκαθορισμένο δίκτυο από όπου δεν υπάρχει διαφυγή» (Macdonald, 2012, 353-354). Θεωρείται ως ένα από τα μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα του 20ου αιώνα.

Κέντρο Pompidou

Ας πεταχτούμε μέχρι το Παρίσι και ας ξεναγηθούμε στο αγαπημένο Center Pombidou-Museum. Ξέρω-ξέρω πολλοί το βρίσκουν αντιαισθητικό και τελείως άτοπο με το περιβάλλον γύρω του, αλλά θα προσπαθήσω να σας πείσω ότι είναι ένα αριστούργημα. Θα μπορούσα να πω ότι οι μαγικές λέξεις ως υλικό για τη δημιουργία αυτού του κτηρίου ήταν δύο, ο εξπρεσιονισμός για την τότε εποχή και ο μοντερνισμός για το τώρα. Σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Renzo Piano και τον Richard Rogers οι οποίοι αναμόρφωσαν από την αρχή το κέντρο του Παρισιού. Εξάλλου στόχος τους ήταν να διαμορφώσουν ένα "ανοιχτό" ίδρυμα, χωρίς την ύπαρξη τειχών. Ο ριζοσπαστικός σχεδιασμός του κτηρίου αποτελείται από τα λειτουργικά δομικά στοιχεία του κτηρίου τα οποία έχουν χρωματική κωδικοποίηση: οι πράσινοι σωλήνες είναι υδραυλικές εγκαταστάσεις, οι μπλε αγωγοί είναι για τον έλεγχο του κλίματος, τα ηλεκτρικά καλώδια είναι τυλιγμένα σε κίτρινο χρώμα και τα στοιχεία κυκλοφορίας και οι συσκευές ασφαλείας (π.χ. πυροσβεστήρες ) είναι κόκκινοι. Σύμφωνα με τον Piano, ο σχεδιασμός έπρεπε να είναι «όχι ένα κτίριο αλλά μια πόλη όπου βρίσκεις τα πάντα - μεσημεριανό γεύμα, εξαιρετική τέχνη, μια βιβλιοθήκη, υπέροχη μουσική». Τώρα θα αναρωτηθείτε πολλοί, που βρίσκω το ωραίο σε αυτό το κτήριο, αλλά θα δηλώσω ότι έχω στο μυαλό μου το εξής. Νιώθω ότι οι κυλιόμενες σκάλες στην ουσία είναι τσουλήθρες για μικρά παιδιά τα οποία παίζουν ανέμελα και γελάνε.

The Art Museum of Bregenz, Αυστρία 

Τώρα θα περάσουμε σε κάτι πιο minimal για όσους αγαπούν τα απλά πράγματα. Εν αντιθέσει με τα δυο προηγούμενα μουσεία, το συγκεκριμένο δεν είναι τόσο μεγαλεπήβολο. Όμως ο σκοπός του ήταν ιερός. Ο αρχιτέκτονας Peter Zumthor ήθελε να συνδέσει τη μικρή πόλη της Αυστρίας «με το πολιτισμικό δίκτυο, και για το σκοπό αυτόν απαιτούνταν αφενός ένας κατάλληλος, από λειτουργικής άποψης χώρος και αφετέρου ένα συμβολικό αρχιτεκτόνημα. Επίσης στόχος ήταν να δοθεί πνοή ζωής σε ένα παραμελημένο κέντρο της πόλης... Επιπρόσθετα ο Peter Zumthor συνειδητά αξιοποίησε διάφορες μορφές άρνησης: την άρνηση της θεαματικής αρχιτεκτονικής χειρονομίας, λόγου χάρη, ή την άρνηση της δημιουργίας χώρων οι οποίοι θα προκαλούσαν ενθουσιασμό και θα επηρέαζαν τη συμπεριφορά των επισκεπτών. Ιδωμένο απέξω, το αινιγματικό οικοδόμημα μετά βίας αποκαλύπτει τη χρήση του, ενώ το εσωτερικό δεν έχει σχεδόν καμία επαφή με τον περιβάλλοντα χώρο» (Macdonald, 2012, 364- 365)

The Bundeswehr Military History Museum

Ας ταξιδέψουμε ως την μαγική Δρέσδη, ένα μέρος το οποίο για εμένα έχει μαγική ομορφιά. Όταν την είχα επισκεφτεί, θυμάμαι, δεν μπορούσα να αποφασίσω που θα κοιτάζω. Όπου και αν γυρνούσα το κεφάλι μου, έμενα προσηλωμένη για λίγα λεπτά και φτου από την αρχή. Η μπαρόκ αρχιτεκτονική δεν μου επέτρεπε εξάλλου να μην τη θαυμάσω. Σε κάποια στιγμή κοντοστάθηκα μπροστά σε ένα κτήριο, διαφορετικό για τα δεδομένα της Δρέσδης. Ήταν το The Bundeswehr Military History Museum, ένα τελείως διαφορετικό αρχιτεκτονικό εγχείρημα στο οποίο ο αρχιτέκτονας Daniel Libeskind πάντρεψε λίγο από όλα. Ο ίδιος είχε δηλώσει το 2011 το εξής: «Ήθελα να δημιουργήσω μια τολμηρή διακοπή, μια θεμελιώδη εξάρθρωση, για να διεισδύσω στο ιστορικό οπλοστάσιο...» Ο επανασχεδιασμός του μουσείου δημιουργεί το σκηνικό για μια επανεξέταση αυτού του παρελθόντος σε μια πόλη που εκμηδενίστηκε από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η συμμετρία του αρχικού κτηρίου διακόπτεται και επεκτείνεται από μια τεράστια πενταώροφη δημιουργία από γυαλί. Ο Daniel Libenskind ήθελε ενώσει τη σοβαρότητα του αυταρχικού παρελθόντος, με το "άνοιγμα" της δημοκρατικής κοινωνίας στην οποία έχει επανασχεδιαστεί η πόλη. Η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των προοπτικών διαμορφώνει τον χαρακτήρα του Στρατιωτικού Ιστορικού Μουσείου.

Βιβλιογραφία:

Sharon Macdonald, 2012. Μουσείο και Μουσειακές Σπουδές Ένας Πλήρης Οδηγός, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα: 353-354 και 364- 365